Ραμνούς (Ραμνούντας)

Για να δείτε τον τίτλο μιας εικόνας, αφήστε πάνω τον δείκτη του ποντικιού. Πατήστε μία φορά το κουμπί για να τη δείτε σε πλήρες μέγεθος

Ο οργανωμένος (και μερικώς επισκέψιμος) αρχαιολογικός χώρος του αρχαίου Ραμνούντος βρίσκεται στη βορειοανατολική Αττική. Πιο συγκεκριμένα, βρίσκεται βορειοανατολικά του Μαραθώνα, αρκετά κοντά στο χωριό Γραμματικό, με θέα προς την Εύβοια.


Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

Που βρίσκεται - πώς πάμε:
Η απλούστερη διαδρομή είναι Εθνική Οδός Αθηνών Λαμίας - Καπανδρίτι - Βαρνάβας - Γραμματικό (εξ ολοκλήρου ασφαλτοστρωμένη). Μετά το Γραμματικό, στο δρόμο προς Αγία Μαρίνα, πηγαίνουμε προς το θέρετρο αξιωματικών (Αγία Μαρίνα) αλλά στρίβουμε αριστερά, λίγες δεκάδες μέτρα πιο πριν, για να φτάσουμε στη φυλασσόμενη είσοδο του αρχαιολογικού χώρου. Εναλλακτική διαδρομή, από Μαραθώνα, Κάτω Σούλι και συνεχίζουμε χωρίς να στρίψουμε δεξιά προς Αγ. Μαρίνα (βλ. χάρτη).

Ιστορία. Ο Ραμνούς ήταν αττικός δήμος, και μάλιστα από τους αρχαιότερους (Mee & Spawforth 2001, σ.119). Παρείχε αγκυροβόλιο, το μοναδικό στην περιοχή και οι κάτοικοί του, οι Ραμνούσιοι, κατοικούσαν γύρω από το ιερό της Θέμιδας και της Νέμεσης, καθώς και μέσα και κάτω από τον οχυρωμένο περίβολο που βρίσκεται σε λόφο κοντά στην ακτή. Το όνομα Ραμνούς προέρχεται από το φυτό ράμνος (αγκαθωτός θάμνος με κάποια ομοιότητα προς το παλιούρι. Επομένως, ραμνούς σημαίνει παλιουρότοπος ή αγκαθότοπος (Παπαχατζής 1974, σ. 435).
Η αρχή της τοπικής λατρείας της Θέμιδος και της Νεμέσεως εντοπίζεται στον 6ο αι. π.Χ. Το 490 π.Χ., την εποχή της μάχης του Μαραθώνα, ο Ραμνούς λεηλατήθηκε από τους Πέρσες εισβολείς οι οποίοι πιθανά κατέστρεψαν τον αρχαϊκό ναό του οποίου θεμέλια βρέθηκαν κάτω από το ναό της Νέμεσης. Επιγραφές του 440 π.Χ. δείχνουν πως το ιερό ήταν αρκετά πλούσιο και μπορούσε να λειτουργήσει ως τοπική τράπεζα (Mee & Spawforth 2001, σ.119). Το 200 π.Χ., επιδρομές του Μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου Ε' φαίνεται να προκάλεσαν, ηθελημένα, σοβαρή καταστροφή στο ναό. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή έγιναν επισκευές στο οικοδόμημα. Το 45/6 μ.Χ., οι Αθηναίοι αφιέρωσαν τον ναό στη θεοποιημένη γυναίκα του αυτοκράτορα Αυγούστου, Λίβια.
Λόγω της στρατηγικής θέσης του Ραμνούντος για τη ναυσιπλοΐα της περιοχής, οι Αθηναίοι διέθεταν εκεί φρουρά. Αυτή η φρουρά, από το 334 έως το 323 π.Χ. αποτελούνταν από τους εφήβους, δηλαδή νεοσύλλεκτους δεκαοκτώ ετών και άνω, οι οποίοι υπηρετούσαν εκεί το δεύτερο χρόνο της θητείας τους και διέμεναν στον εσωτερικό περίβολο, στην κορυφή του λόφου του οχυρού. Το οχυρό αυτό χρονολογείται από τον 5ο αι. π.Χ. (τέλος Πελοποννησιακού πολέμου) και κατά τα έτη 262-229 π.Χ. το κατείχαν οι Μακεδόνες όπως και άλλα φρούρια της Αττικής, προκειμένου να κρατούν σε υποταγή τους Αθηναίους. Οι επιγραφές που βρέθηκαν δείχνουν πως υπήρχε αρμονική συνύπαρξη των κατοίκων με την εκάστοτε φρουρά, την οποία θεωρούσαν ως μέρος του πληθυσμού του δήμου (Παπαχατζής 1974, σ. 435).

Περιγραφή.
α) Ταφική οδός.
Αριστερά (δυτικά) του εκδοτηρίου εισιτηρίων αρχίζει ο δρόμος ο οποίος, περνώντας δίπλα από το ιερό της Θέμιδας και της Νέμεσης, οδηγεί στο φρούριο της παραλίας. Κατά μήκος αυτού του δρόμου, οι Ραμνούσιοι έθαβαν τους νεκρούς τους. Χαρακτηριστικότερο ταφικό μνημείο είναι το κυκλικό κτίσμα (μερικώς αναστηλωμένο) που βλέπουμε στην αρχή του δρόμου. Μετά το ιερό, η ταφικής οδός συνεχίζεται με πολυτελή ταφικά μνημεία, τα πιο πολλά από τα οποία δυστυχώς είχαν γίνει βορά αρχαιοκαπήλων, από την αρχαιότητα και μέχρι τη δεκαετία του 1930 (για εκτενή περιγραφή, βλ. άρθρο του Β. Πετράκου στο περιοδικό Αρχαιολογία, τεύχος 39/1991).

β) Ιερά Θέμιδας και Νέμεσης. Περί τα 300 μ. πιο κάτω (βόρεια) από την αρχή της ταφικής οδού, και στα αριστερά της, βρίσκεται το ιερό. Πρόκειται για ερείπια δύο κτιρίων, σε ασυνήθιστα μικρή απόσταση μεταξύ τους (μόλις 8 εκ. στο πλησιέστερο σημείο). Πιθανή εξήγηση αυτής της εγγύτητας είναι ότι ο μεγάλος ναός δεξιά χρησιμοποίησε τα θεμέλια προϋπάρχοντος αντίστοιχου οικοδομήματος.

Ο μικρός ναός (αριστερά) έχει διαστάσεις και είναι χτισμένος με πολυγωνική λιθοδομή. Η πρόσοψη είναι απλός τοίχος με στενή είσοδο και χωρίς κίονες, πράγμα ασυνήθιστο (Mee & Spawforth 2001, σ.120), ίσως αυτό σημαίνει πως χρησιμοποιούνταν ως θησαυροφυλάκιο (Goette 1993, σ.248). Στον προθάλαμο, υπήρχαν δύο θρόνοι του 4ου αι. π.Χ. (στο χώρο βρίσκονται τώρα αντίγραφά τους), απόδειξη ότι και οι δύο θεότητες (Νέμεσις και Θέτις) λατρεύονταν εδώ. Στον εσωτερικό κύριο χώρο βρέθηκε άγαλμα της Θέμιδας ύψους 2,2μ με ενεπίγραφη βάση (τώρα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, χρονολογείται περί το 300 π.Χ.), η οποία φέρει το όνομα του Ραμνούσιου γλύπτη Χαιρέστρατου. Επίσης βρέθηκαν αγάλματα ιέρειας (3ος αι. π.Χ.) και εφήβου (420 π.Χ.), καθώς και ακέφαλα αρχαϊκά αγάλματα θεαινών.

Ο μεγαλύτερος ναός δεξιά (αποκαλούμενος Νεμέσειον, σύμφωνα με επιγραφή), θεωρούνταν, τουλάχιστον σε κατοπινότερους χρόνους, μνημείο της μάχης του Μαραθώνα. Εχει διαστάσεις 21,4μ x 10μ και διατηρεί μόνο την κλιμακωτή υποδομή, τα θεμέλια του σηκού και τμήματα μερικών κιόνων. Ο βωμός του βρίσκεται μπροστά (ανατολικά) από το κτίριο. Κατά μία άποψη, ο δωρικός ρυθμός του ναού υποδεικνύει ημερομηνία έναρξης της κατασκευής τη δεκαετία 430-420 π.Χ. (Mee & Spawforth 2001, σ.121). Κατά μία άλλη θεωρία, οι ομοιότητες με το ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, το ναό του Ηφαίστου (Θησείο) και του Άρη στην Αγορά, δείχνουν έναρξη εργασιών μετά το 440 π.Χ. και παύση με το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού πολέμου το 431 π.Χ. (Goette 1993, σ.246). Δεν φαίνεται να ολοκληρώθηκε ποτέ, όπως δείχνουν οι όχι πλήρως αυλακωμένοι κίονες και το αλείαντο δάπεδο. Το πρώτο σκαλί είναι φτιαγμένο από γκρίζο μάρμαρο. Αυτή η λεπτομέρεια πιθανά εξηγείται ως πρόθεση ομαλής οπτικής μετάβασης από το χρώμα του χώματος στο λευκό του μαρμάρου του υπόλοιπου ναού (Mee & Spawforth 2001, σ.122). Ολόκληρος ο ναός είναι οικοδομημένος πάνω σε τεχνητό πρόχωμα, στηριγμένο σε ισχυρά λίθινα αναλήμματα (Πετράκος 1991, σ.37)
Σε κάποιο σημείο του δαπέδου του εσωτερικού, υπάρχουν χαραγμένα αυλάκια, ίσως για τράπεζα προσφορών. Επιγραφή του 3ου αι. π.Χ. αποδεινύει ότι στο εσωτερικό του ναού ήταν αναρτημένα ζωγραφιστά πορτρέτα Αθηναίων αξιωματούχων. Φυσικά, στο χώρο αυτό το πιο αξιοσημείωτο θέαμα ήταν το κολοσσιαίο λατρευτικό άγαλμα της Νέμεσης, φιλοτεχνημένο από τον Παριανό γλύπτη Αγοράκριτο, μαθητή του Φειδία. Το ύψος του, μαζί με τη βάση, πρέπει να έφτανε (σύμφωνα με νεότερους υπολογισμούς) τα 4,4 μ. Φαίνεται να ήταν φτιαγμένο από παριανό μάρμαρο (Παπαχατζής 1974, σ.435). Στη βάση υπήρχαν ανάγλυφες μυθολογικές παραστάσεις. Κατά την περιγραφή του αρχαίου περιηγητή Παυσανία, το άγαλμα απεικόνιζε τη θεά φορώντας στεφάνι με διακόσμηση από μικρές μορφές ελαφιών και Νίκης. Στα χέρια κρατούσε κλαδί μηλιάς και τελετουργικό κύπελλο με ανάγλυφες παραστάσεις Αιθιόπων. Το στεφάνι και το κύπελλο πρέπει να ήταν μεταλλικά. (Παπαχατζής 1974, σ.435). Το άγαλμα και η βάση του βρέθηκαν κατακομματιασμένα, πιθανά από χριστιανούς (Mee & Spawforth 2001, σ.122, Πετράκος 1991, σ.40). Σήμερα φυλάσσονται, μερικώς αναστηλωμένα (μετά από υπομονετική προσπάθεια πολλών ετών), σε παραπλήσιο οίκημα (μη προσβάσιμο στο κοινό), μαζί με ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες από την ταφική οδό. Η μεγάλη φθορά του μνημείου, πέρα από τις ηθελημένες καταστροφές ήδη από την περίοδο της Αρχαιότητας (στη συνέχεια, δομικά στοιχεία αφαιρέθηκαν από κατοίκους γειτονικών οικισμών), αποδίδεται και στη διάβρωση του μέτριας ποιότητας τοπικού μαρμάρου που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του (Goette 1993, σ.246).
Στον εξωτερικό χώρο είχε δημιουργηθεί βαθιά δεξαμενή (25 μ) για τη συγκέντρωση του νερού που χρειαζόταν το ιερό. Πάνω της υπήρχε κρηναίο οικοδόμημα με αράβδωτους κίονες. Αυτή η κρήνη γρήγορα αχρηστεύθηκε καθώς το νερό διέρρεε από σχισμές στο βράχο. Τελικά χρησιμοποιήθηκε ως αποθέτης άχρηστων αντικειμένων, προς μεγάλη ευτυχία των σύγχρονων ανασκαφέων, καθώς τους έδωσαν σημαντικές πληροφορίες για τη λειτουργία του ιερού και τις εργασίες κατασκευής του (Πετράκος 1991, σ.39, σ.54).

γ) Οχυρωμένος οικισμός. Μετά από αρκετά λείψανα εντυπωσιακών μαρμάρινων ταφικών μνημείων, δεξιά και αριστερά, η ταφική οδός οδηγεί σε ένα σχετικά απότομο λόφο ο οποίος περιβάλλεται από ισχυρό τείχος με πύργους και τουλάχιστον δύο εισόδους. Στην πλευρά του λόφου που καταλήγει στη θάλασσα, υπάρχουν μικροί όρμοι οι οποίοι χρησιμοποιούνταν για τον ελλιμενισμό πλοίων. Η ψηλότερη πλευρά του λόφου φέρει επιπλέον οχύρωση και εκεί διέμενε η φρουρά. Οι ανασκαφές στον οικισμό έχουν αποκαλύψει σπίτια και δημόσια κτίρια, όπως ένα θέατρο ορθογώνιου σχήματος (περ. 350 π.Χ.), μαρμάρινο ιερό της Αφροδίτης, μικρό ιερό του Αμφιαράου (Αμφιάρειο), άλλα ιερά, εκτεταμένο αποχετευτικό σύστημα καθώς και μια έκταση που χρησιμοποιούνταν ως γυμνάσιο.

Κυκλικό ταφικό μνημείο
Ταφικά μνημεία μετά το ιερό
Τα δύο ιερά
Τα δύο ιερά (δεξιά, το Νεμέσειον και αριστερά ο μικρός ναός πολυγωνικής λιθοδομής)
Νεμέσειον
Το Νεμέσειον και, αριστερά του, τοίχος του μικρού ιερού

ΠΗΓΕΣ:

1. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ, Παυσανίου "Ελλάδος Περιήγησις: Αττικά", 1974 (α' έκδοση), ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ. ISBN 9-602-13090-3
2. CHRISTOPHER MEE, ANTHONY SPAWFORTH, Greece (Oxford Archaeological Guides), 2001, OXFORD. ISBN 0-192-88058-6
3. HANS RUPPRECHT GOETTE, Athens, Attica and the Megarid, 1993, ROUTLEDGE. ISBN 0-415-24370-X.
4. ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΕΤΡΑΚΟΣ, Περιήγηση στον αρχαιολογικό χώρο του Ραμνούντος & Το ιερό της Νέμεσης στον Ραμνούντα, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, Τεύχος 39/1991.
5. ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΕΤΡΑΚΟΣ, Ραμνούς, Ο τόπος - οι ανασκαφές, Η ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ.

Επιστροφή στην Αττική